Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Αυλιώτες Λαϊκά παραμύθια, Ο έξυπνος και ο κουτός με πόρτα και χειρόμυλο


Ο έξυπνος και ο κουτός με πόρτα και χειρόμυλο

Μια φορά και ένα καιρό ζούσαν σε ένα χωριό λίγο ψηλότερα από την θάλασσα και κοντά στους Αυλιώτες ένας που έκανε τον έξυπνο και ο φίλος του, λίγο ευτραφής αλλά πολύ αργόστροφος.
Μια μέρα αποφάσισαν να πάνε στο διπλανό χωριό, να κλέψουν το σιτάρι από την αποθήκη του άρχοντα.
Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν και αφού έφτασαν στην αποθήκη, πήραν όσο σιτάρι μπορούσαν.
Όμως τους πήραν χαμπάρι οι σκύλοι που άρχισαν να τους αλυχτούν. Τότε λέει ο έξυπνος στον κουτό: Εσύ φύγε από την πίσω πόρτα, εγώ πηδάω από το παράθυρο.
Ο κουτός δεν κατάλαβε, βγάζει την πόρτα και την παίρνει, παίρνει και τον χειρόμυλο, τα φορτώνεται και όπου φύγει φύγει.
Ο έξυπνος πήρε το σακί του με το στάρι και έτρεχε κι αυτός.
Συναντήθηκαν μακρυά σε ένα θεόρατο δέντρο, μια βελανιδιά. Πιο πέρα είχε μια πηγή με γάργαρο νερό. Εκεί έκατσαν να ξαποστάσουν, αλλά όταν είδε τι κουβαλούσε ο φίλος του, έσκασε στα γέλια.
Όταν συνήλθαν ακούνε ποδοβολητό μακρυά. Έρχονταν πειρατές από τα παράλια. Ήταν αλιτζερίνοι, επικίνδυνοι ληστές που σκότωναν, έκλεβαν και έκαιγαν τα σπίτια απ΄ όπου περνούσαν.
Τώρα τι κάνουμε, λένε. Και τρομοκρατημένοι ανέβηκαν γρήγορα με όλη την πραμάτεια τους στο θεόρατο δέντρο και κρύφτηκαν ψηλά στα φυλλώματα.
Για κακή τους τύχη οι πειρατές ξεπέζεψαν στο δέντρο για να πιούνε στην πηγή και να ξαποστάσουν αυτοί και τα ζώα τους.
Πάνω στο δέντρο ψιθυρίζει ο έξυπνος στον κουτό: Τώρα την πάθαμε, θα μας σφάξουν, κάνε μόκο, ησυχία. Και έβλεπαν τις σπάθες που στραφτάλιζαν στα χόρτα.
Αφού πέρασε πολύ ώρα, ο κουτός άρχισε να έχει μεγάλη ανάγκη να κατουρήσει. Το λέει στον έξυπνο. Του λέει: κρατήσου. Αυτός δεν κατάλαβε, κρατήθηκε γερά από ένα κλαδί κι άρχισε να κατουράει. 
Από κάτω οι ληστές: Δρόσο! Δρόσο! ρίχνει ο Θεός, ας το ευχαριστηθούμε.
Δεν πέρασε λίγη ώρα κι ο κουτός ήθελε να κάνει την ανάγκη του, το λέει στον έξυπνο κι αυτός του λέει ξανά: Κρατήσου. Αυτός δεν κατάλαβε πάλι, κρατήθηκε γερά από ένα κλαδί κι άρχισε να κάνει την ανάγκη του. 
Από κάτω οι ληστές: Πω πω!!! Μεγάλος πούλος πέρασε, μεγάλον κότσιλα αμόλαρε! Και συνέχισαν να κάθονται στον ίσκιο του δέντρου.
Αργότερα ο κουτός ψιθυρίζει στον έξυπνο: Δεν μπορώ άλλο να κρατάω την πόρτα και τον χειρόμυλο, κουράστηκα. Αυτός του λέει: Υπομονή θα μας πάρουν χαμπάρι και θα μας σφάξουν, κρατήσου γερά. Δεν κατάλαβε ο κουτός, κρατήθηκε ξερά και με τα δύο του χέρια από το κλαδί αφήνοντας την πόρτα και τον χειρόμυλο που άρχισαν να κατρακυλούν, κάνοντας τρομερό θόρυβο, από κλαδί σε κλαδί.
Από κάτω οι ληστές ξαφνιάστηκαν από τον θόρυβο, φοβήθηκαν πως τους καταράστηκε ο Θεός για τις αμαρτίες τους και τους ρίχνει κεραυνούς να τους κάψει. Πήραν δρόμο όπου φύγει φύγει, αφήνοντας πίσω τους διάφορα καλούδια και πουγκιά με χρυσάφι.
Έτσι ο κουτός και ο έξυπνος αφού ξεθάρρεψαν που τους είδαν πέρα μακρυά, κατέβηκαν από το δέντρο, μάζεψαν αυτά που άφησαν πίσω τους οι πειρατές, γύρισαν στο χωριό τους και ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Όπως μας το διηγήθηκε ο ιερέας Σπ Ν Μουζακίτης

Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
Επικοινωνία: avlioteslib@gmail.com

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

Αυλιώτες, Λαογραφικά, Πρωτοχρονιά, τα Κάλαντα


Αυλιώτες, Λαογραφικά, Πρωτοχρονιά, τα Κάλαντα

Πρωτοχρονιά
Την ημέρα της πρωτοχρονιάς σηκώνονταν το πρωί οι γυναίκες, κοιτάζανε προς τα βουνά της Αλβανίας και λέγανε:
Καλημέρα σας βουνά και καλή πρωτοχρονιά
σαν τα βουνά να είμαι γερή,
σαν τη θάλασσα ξυπνή,
σαν τα θαλασσοκύματα να κάνω τα θελήματα.

Μετά κατεβαίνανε στην κουζίνα και καθότανε σταυροπόδι μπροστά στην ωγνίστρα και αρχίζανε να ανακατεύουνε την στάχτη, κοιτάζανε ανατολικά και λέγανε τρεις φορές:

Αυγά, πουλιά, γεννήματα, στάρια, λάδια, κριθάρια, κουκιά, υγεία και χαρά και όλα τα καλά τση Λαμπριάς σε όλη τη φαμελιά.


Τα Κάλαντα
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία
ήταν αρχιεπίσκοπος εις την Καππαδοκία

Κρατάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι
το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε.

Βασίλη πούθε έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;
Από την μάνα μου έρχομαι και στο χωριό πηγαίνω.

Κάτσε να φας κάτσε να πιεις, κάτσε να τραγουδήσεις.
Εμένανε η μανούλα μου δεν με έμαθε τραγούδια
με έμαθε το αλφάβητο, να λέω το ψαλτήρι
και στο ακρινό μου δάχτυλο κρατάω θυμιατήρι.

Χρόνια πολλά σας λέγομαι εδώ στην αφεντιά σας
και ο Άγιος Βασίλειος να ΄ναι βοήθειά σας .
(Όπως τα αφηγήθηκε η Ευτέρπη Μουζακίτη (Φόντα) στην κόρη της Ελένη το 1985)
Επικοινωνία:avlioteslib@gmail.com
 ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ
Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.


Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018

Αυλιώτες, Λαογραφικά, Τα Χριστούγεννα, Φαγητά



Αυλιώτες, Λαογραφικά, Τα Χριστούγεννα, Φαγητά

Την παραμονή των Χριστουγέννων φτιάχνανε τηγανίτες, σφάζανε την κότα και την είχανε έτοιμη για την άλλη μέρα, να φτιάξουν το αυγολέμονο.

Τηγανίτες
3 κιλά αλεύρι
1 Ζύμη (Μαγιά)
1 κουταλιά σούπας αλάτι
1 κουταλιά σούπας κονιάκ
1 κουταλάκι λεμόνι
3 ποτήρια νερό

Χλιαρένουμε λίγο το νερό, αδειάζουμε το αλεύρι στην λεκάνη, σε ένα ποτήρι νερό βάζουμε την μαγιά, το αλάτι, το λεμόνι, το κονιάκ, τα ανακατεύουμε όλα μαζί και τα ρίχνουμε στην λεκάνη που έχουμε το αλεύρι.
Ρίχνουμε και το υπόλοιπο νερό.
Το χτυπάμε με το χέρι μας περίπου μισή ώρα και το αφήνουμε να φουσκώσει.
Όταν φουσκώσει, σε μια μεγάλη κατσαρόλα βάζουμε αρκετό λάδι να κάψει καλά.
Κόβουμε την ζύμη μπαλάκια, τα βάζουμε στην κατσαρόλα να πάρουν ένα όμορφο χρώμα.
Τους τρώμε με μέλι ή ζάχαρη.

Πουλέντα ή Μαγείρεμα
Σε μια κατσαρόλα βάζουμε 1 κιλό νερό, 3 κουταλιές της σούπας λάδι, 1 κουταλάκι αλάτι χονδρό.
Το βάζουμε να βράσει 10 λεπτά. Μετά παίρνουμε 1 κιλό αλεύρι καλαμποκίσιο, το ρίχνουμε λίγο λίγο στην κατσαρόλα ανακατεύοντας καλά μέχρι να πήξει.

Μπαρμπαρέλα (Καλαμποκόψωμο)
Από το βράδυ ζυμώνανε 3 κιλά αλεύρι καλαμποκίσιο, με μισό κιλό προζύμι που είχαν φυλάξει από την προηγούμενη φουρνιά, με το ανάλογο νερό τους.
Την άλλη μέρα το πρωί, βράζανε περίπου 4 κιλά νερό και 2 κουταλιές της σούπας αλάτι.
Ρίχνανε το αλεύρι σε μια σκάφη και το ζυμάρι που είχαν φτιάξει από το προηγούμενο βράδυ, ρίχνανε και 2 κιλά νερό. Με μια ξύλινη σπάτουλα το ανακάτευαν από την μια μεριά στην άλλη ρίχνοντας και το υπόλοιπο νερό σιγά σιγά μέχρι να γίνει μαλακιά ζύμη.
Το άφηναν στη σκάφη μέχρι να γινώσει, έκανε χαραματιές από πάνω.
Πάνω σε ένα μεγάλο ξύλινο φτυάρι έστρωναν φύλλα κοκκικιάς, από πάνω έβαζαν ζυμάρι να γεμίσει το φτυάρι. Το ρίχνανε στο φούρνο προσεκτικά να μην φύγουν τα φύλλα και το αφήνανε περίπου 1 ώρα.

Κοκκικόφυλλα
Τα φύλλα τα μαζεύανε από το καλοκαίρι, τα έβαζαν να ξεραθούν αφού τα έπλεναν καλά και μετά τα έκαναν αρμαθιές. Το χειμώνα τα μαλάκωναν με ζεστό νερό και έψηναν επάνω τους το ψωμί.
Επίσης όταν είχαν μικρά πουλιά (σπουργίτια, συκοφάδες κλπ) αφού τα μαρινάριζαν με λαδορίγανη, τα τύλιγαν σε φύλλα κοκκικιάς και τα έψηναν στην χόβολη.
Έλεγαν ότι τα έψηναν στο φλοίκουρο. 
 (Όπως τα αφηγήθηκε η Ευτέρπη Μουζακίτη (Φόντα) στην κόρη της Ελένη το 1985)

Κοκκικιά ή κόκκος = το δέντρο μελία η αζεδαράχη (Κερκυραϊκό γλωσσάρι. Γεράσιμος Χυτήρης)
Φλοίκουρο το (φλοιός) = λέπυρο δημητριακών (ο.π) 

Επικοινωνία:avlioteslib@gmail.com

Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
 

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Αυλιωτινή μου γωνιά



Αυλιωτινή μου γωνιά

Όταν ο ήλιος το πρωί τριγύρω σου σκορπίζει,
στους κήπους σου και στις αυλές χρυσάφι αναλυτό.
Κι όταν τα βράδια το φεγγάρι ωχρό, χρυσή ομορφιά χαρίζει,
μοιάζεις με παραδείσιο απόκοσμο τοπίο μαγικό

Αυλιωτινή μου γωνιά, αγάπη μου ξελογιάστρα
με τα ροδόχρωμα δειλινά σου τα ζηλευτά,
μπροστά σε σένα δεν βάζω χώρες τρανές με κάστρα,
γιατί κοντά σου η ζωή κυλάει ονειρευτά.

Είσαι η πιο όμορφη γωνιά, εσύ όλου του κόσμου,
και τις αυγές , τα δειλινά, τραγούδια μας κερνάς,
και κάθε βράδυ μ άρωμα γλυκό, βασιλικού και δυόσμου,
στους κήπους της Εδέμ την αγκαλιά, νοσταλγικά μας πας.

Αυλιωτινή μου γωνιά, αγάπη μου ξελογιάστρα
με τα ροδόχρωμα δειλινά σου τα ζηλευτά,
μπροστά σε σένα δεν βάζω χώρες τρανές με κάστρα,
γιατί κοντά σου η ζωή κυλάει ονειρευτά.

Στίχοι: 1ο κουπλέ και ρεφρέν: Σπύρος Μουζακίτης Κλητήρας
2ο κουπλέ: Παύλος Μουζακίτης Κλητήρας
Μουσική: Ρεφρέν: Σπύρος Μουζακίτης Κλητήρας
Τα κουπλέ: Χρύσανθος Μουζακίτης Μυλωνάς
Ενορχήστρωση, εναρμόνιση: Χρύσανθος Μουζακίτης Μυλωνάς 



Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Αυλιώτες, ιστορίες, Η καταστροφή του χωριού Βουνιώτικα


Η καταστροφή του χωριού Βουνιώτικα
“Αληθινή ιστορία”

Πριν από 200 περίπου χρόνια, υπήρχε ένα μικρό χωριό, ένας συνοικισμός, που ανήκε στο χωριό Αυλιώτες και ονομάζονταν Βουνιώτικα. Σε αυτό το μικρό χωριό ζούσαν αρκετοί άνθρωποι με τις οικογένειές τους. Ζούσαν ειρηνικά και όλοι δούλευαν για να ζήσουν τις οικογένειές τους.
Τα Βουνιώτικα ήταν απέναντι από τον μικρό συνοικισμό Γαρνάδες.
Κάποια μέρα βγήκαν πειρατές στον Άγιο Στέφανο, οι Αλγέριοι. Όταν έφτασαν στο χωριό του Αγίου Στεφάνου μπήκαν σε κάποιο σπίτι που εκεί ζούσε ένα ζευγάρι. Ο άντρας πρόλαβε να φύγει και να κρυφτεί. Την γυναίκα όμως δυστυχώς την σκότωσαν και πήραν ό,τι πολύτιμα υπάρχοντα είχαν.
Αφού οι Αλγέριοι έφυγαν από το σπίτι, βγήκε ο άντρας από την κρυψώνα και πήρε από το τζάκι ένα αναμμένο δαυλί και έφυγε για τους Αυλιώτες για να ειδοποιήσει όλους τους κατοίκους να ρίξουν δυναμίτες και  να εμποδίσουν τους πειρατές να εισβάλουν στο χωριό.
Όμως καθώς προχωρούσε για το χωριό, οι πειρατές είδαν το αναμμένο δαυλί μες τη νύχτα και τον παρακολούθησαν. Όταν κόντευε να φτάσει στο χωριό  ο άντρας πέταξε το αναμμένο δαυλί στο δρόμο που πήγαινε για το μικρό χωριό Βουνιώτικα.
Έτσι οι πειρατές βρήκαν το αναμμένο δαυλί και εισέβαλαν στο μικρό χωριό Βουνιώτικα.
Άρχισαν να λεηλατούν το χωριό, σκότωσαν όλους τους κατοίκους, πήραν όλους τους θησαυρούς και μετά το έκαψαν. Το χωριό αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς.
Για αρκετά χρόνια μετά έβρισκαν οστά από ανθρώπους και  ιερά κειμήλια από μια εκκλησία.

Ακόμα και σήμερα ακούγεται η φράση – <<έγιναν όλα αλιτζερίνι>>, ή – <<Τα έκαναν αλτζερίνι>>. Δηλαδή τα έκαναν όλα άνω κάτω, επικρατεί ακαταστασία.





Ιούνιος 2018
Εργασία για το Δημοτικό Σχολείο Αυλιωτών
Μουζακίτης Βασίλης
Όπως άκουσε την ιστορία από τον παππού του Μουζακίτη Βασίλη Γκιζάκη

Επικοινωνία:avlioteslib@gmail.com

Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ό,τι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ


Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Αυλιώτες, Λαϊκά Παραμύθια, Ο Χρυσοχόος και η Βασιλοπούλα



Ο Χρυσοχόος και η Βασιλοπούλα

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας βασιλιάς σε μια μακρινή πόλη, που είχε μια κόρη.
Επειδή ήταν μόνη της, ο βασιλιάς πήρε στο παλάτι ένα μαύρο παιδί για να της κάνει παρέα και να παίζουν.
Όταν το παιδί μεγάλωσε όμως λίγο, ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως του πάρει την κόρη.
Ήθελε λοιπόν να το διώξει από το παλάτι. Γι αυτό του έδωσε ένα γράμμα και του είπε να πάει να βρει το Θεό.
Το παιδί πήρε το γράμμα και ξεκίνησε. Περπάταγε μέρες και νύχτες. Κάποια στιγμή έφτασε σε μια εκκλησία και εκεί του παρουσιάστηκε ένας καλόγερος. Το παιδί του έδωσε το γράμμα, εκείνος το διάβασε και μετά με τη σειρά του, του έδωσε ένα μπουκάλι νερό και ένα γράμμα. Του είπε να λουστεί με το νερό αυτό, αλλά να αφήσει ένα κομμάτι στο χέρι του για να φαίνεται ότι είναι μαύρος, και να φυλάξει το γράμμα για όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή.
Έτσι και έκανε.
Μετά από χρόνια λοιπόν, το παιδί έκανε πολλά λεφτά και άνοιξε ένα χρυσοχοείο στην ίδια πόλη που ήταν ο βασιλιάς.
Η Βασιλοπούλα εν τω μεταξύ είχε μεγαλώσει και της έστελναν πολλά προξενιά για να παντρευτεί.
Εκείνη όμως ήθελε το παιδί που είχε το χρυσοχοείο. Ο βασιλιάς δεν ήθελε να χαλάσει το χατήρι της μοναχοκόρης του και έτσι κάλεσε το παιδί στο παλάτι.
Τότε εκείνο του έδωσε το γράμμα του καλόγερου και του έδειξε και το σημάδι στο χέρι του.
Το γράμμα έγραφε: << Τα γραφτά ξεγραφτά δεν γίνονται!!!>>
Η βασιλοπούλα παντρεύτηκε το παιδί και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα!!!

Μαριλένα Κατσαρού και Νίκος Κατσαρός
Όπως τους το είπε η γιαγιά τους Αλεξάνδρα Μουζακίτη (Κουτσονόρη)
Αυλιώτες, Ιούνης 2018, εργασία για το Δημοτικό Σχολείο Αυλιωτών

Επικοινωνία:avlioteslib@gmail.com

Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ό,τι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ

Αυλιώτες, Λαϊκά παραμύθια, Η Ορφανούλα Νύφη



Η Ορφανούλα Νύφη

Κοίταξε εκείνο το βουνό,το δώθε και το κείθε,
που τότε κατεβάζανε την ορφανούλα νύφη,
μεσοστρατίς μεσοδρομίς η πεθερά πεζεύει και κάθεται και λέει:

_ Του Γιάννη μαγειρεύτε του, ερθίκια και περδίκια,
τση νύφης μαγειρεύτε της τριού φιδιού κεφάλι,
τση όχιοντρας και τση οχιάς και τση μονομερίδας.

Πρώτη χαψιά και δεύτερη, η νύφη εφαρμακώθη.
_ Κάνε καλή μου πεθερά, για μια σταλιά νεράκι,
ν’αλείψω το χειλάκι μου, πούναι απ τ’αψί φαρμάκι.

Και η πεθερά απάντησε:
_ Νύφη νερό δεν έφερες, νύφη νερό δεν έχει.
Και σύρε και στο πεθερό κι αν έχει σου το δίνει,
κι αν τόχει δε σου το βαστεί μηδέ σου το στερεύει.

_ Κάνε καλέ μου πεθερέ για μια σταλιά νεράκι,
ν’αλείψω το χειλάκι μου, πούναι απ τ’αψί φαρμάκι.

Και ο πεθερός απάντησε:
_ Νύφη νερό δεν έφερες, νύφη νερό δεν έχει.
Και σύρε και στο ταίρι σου κι αν έχει σου το δίνει,
κι αν τόχει δε σου το βαστεί μηδέ σου το στερεύει.

_ Κάνε καλό ταιράκι μου, για μια σταλιά νεράκι,
ν’αλείψω το χειλάκι μου, πούναι απ τ’αψί φαρμάκι.

Χρυσό σταμνάκι άρπαξε στη βρύση κατεβαίνει…
Ώσπου να πάει ώσπου να ρθεί, την βρίσκει πεθαμένη.

( Η νύφη πέθανε κι απ τον καϋμό του ο Γιάννης πέθανε κι εκείνος)

Εκεί που θάψανε τη νιά εβγήκε καλαμιώνας
κι εκεί που θάψανε το νιό φύτρωσε κυπαρίσσι.
Αντικοτάει ο καλαμιώνας φιλεί το κυπαρίσσι,
αντικοτάει το κυπαρίσσι φιλεί τον καλαμιώνα.

Θεοφανία Λέκκα
(όπως το άκουσε από την προγιαγιά της Ευτυχία Λαμπίρη)
Αυλιώτες, Ιούνης 2018, εργασία για το Δημοτικό Σχολείο Αυλιωτών

Επικοινωνία:avlioteslib@gmail.com

Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Αυλιώτες, τραγούδια, Ήλιε μου περήλιε μου



ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΥΛΙΩΤΩΝ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΗΛΙΕ ΜΟΥ ΠΕΡΗΛΙΕ ΜΟΥ

Ήλιε μου περήλιε μου και κοσμογυριστέ μου
Μην είδες μην απάντησες τις όμορφες κοπέλες;

Εχτές τις είδα στο χορό, σήμερα στο παζάρι
Κι η καπετάνια η όμορφη αράζει σε καράβι.

Εκατό δίνει του καραβιού κι εξήντα του πελάγου
Και άλλα εκατό τσου ναύτονες να βγει με την τιμή της.

Ο ναύτορας εθάρεψε, στον κόρφο της απλώνει
Και αυτή από το φόβο της και από την εντροπή της,
Κουπί έβγαλε στη θάλασσα κι επνίγη μοναχή της.

Τα κύματα την δέρνανε τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
Την τέταρτη την ρίξανε στης Αλεξάντρειες βρύσες.

Πάνε οι Αλεξάντρες για νερό, να πιούν και να γιομίσουν,
Αφήνουνε το γιόμισμα, πιάνουν το μυρολόι.

Μάνα κορμί για αγκάλιασμα και μέση για ζωνάρι
Και στόμα δαχτυλιδωτό που μ έβαλε στον άδη.

(όπως το μαρτύρησε η Γεωργία Θ. Μουζακίτη Κιλού, στην εγγονή της Ελένη Θ. Μουζακίτη καποδετσέντε το 1983)
Δανειστική βιβλιοθήκη Αυλιωτών
Στείλτε μας και σεις το δικό σας παραμύθι, τραγούδι, παιγνίδι κλπ.
Βοηθήστε  να διασωθεί το πλούσιο λαογραφικό υλικό του χωριού μας, του τόπου μας.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2018

Αυλιώτες, Λαογραφικά, Το Άγιος ο Θεός


Αυλιώτες, Λαογραφικά, Το Άγιος ο Θεός

-<<Την Μεγάλη Σαρακοστή τραγουδούσανε την άρια “Το Άγιος ο Θεός”, μα στις ελιές, μα στην γειτονιά, αρχινούσε η μία και ακλουθούσανε οι άλλες και όλες μαζί το τελειώνανε και να δεις καλλίφωνες που ήτανε και πως σ άρεσε να τσι ακούς.>>

“Καλό είναι το Άγιος ο Θεός καλό είναι και ας το πούμε,
όπου το λέει σώνεται και όπου το ακούει αγιάζει,
κι όπου καλά το αφροκαστεί παράδεισο θα λάβει,
παράδεισο και σε εκκλησιές και σ άγια μοναστήρια.

Κάτω στα Γεροσόλυμα του Αγιού Κυρίου το τάφο,
που κει δέντρο δεν ήτανε και δέντρο εφανερώθει,
το δέντρο ήταν ο Χριστός και κλώνοι οι Αποστόλοι,
τα φύλλα ήταν οι μάρτυρες κι οι ρίζες οι προφήτες,
που προφητεύαν κι έλεγαν για του Χριστού τα πάθη.

Χριστέ μου πως τα πόμεινες τα θλιβερά μαρτούρια;
Εγώ καλά τα πόμεινα τα θλιβερά μαρτούρια,
τα πόμεινα για τους χριστιανούς και για τους κολασμένους.

Σήμερα σύγνεψε ο ουρανός, σήμερα χάθηκε ο ήλιος,
σήμερα πιάσαν το Χριστό οι άνομοι οβραίοι.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν ληστή τον παίρνουν,
και σαν αρνί στο μακελειό έτσι τον παραδέρνουν.

Σαν το ΄μαθε η Παναγιά έπεσε επί θανάτου,
κράζει τις τρεις γειτόνισσες τις τρεις καλές γυναίκες,
την Μάρθα την Μαγδαληνή του αγιού Λαζάρου η μάνα,
και του Ιακώβου η αδερφή κι οι τέσσερις αντάμα.

Στρατί στρατί επιάσανε στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τις έβγαλε μες τους ληστούς τις πόρτες,
βρίσκουν τις πόρτες κλειδωτές και τα κλειδιά παρμένα
και τα παραθυρόφυλλα σφιχτά αμπαρωμένα.

Κοιτάει δεξιά κοιτάει ζερβά κανένανε δεν βλέπει
και πάλι ματακοίταξε τον άι Γιάννη βλέπει.
Άι Γιάννη πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου,
πες μου που είναι ο γιόκας μου και σε ο δάσκαλός σου;

Βλέπεις εκείνο το γυμνό στο ξύλο σταυρωμένο,
όπου κρατάει πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Εκείνος είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλός μου.

Που είναι γκρεμός να γκρεμιστώ και που λιθός να πέσω;
και που μαχαίρι να σφαγώ να αδικοθανετέψω;

Μην γκρεμιστείς μητέρα μου, γκρεμίζονται οι μανάδες;
και μη σφαγείς μητέρα μου σφάζονται οι αδερφάδες;
Μάνα το Μέγα Σάββατο, μάνα τις πέντε ώρες,
που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες,
τότες και συ μητέρα μου θάχεις χαρές μεγάλες.”

(όπως το διηγήθηκε η Ευτέρπη του Φόντα, στην κόρη της Ελένη)

Επικοινωνία:avlioteslib@gmail.com

Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ