Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Αυλιώτες, τραγούδια, Ήλιε μου περήλιε μου



ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΥΛΙΩΤΩΝ, ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΗΛΙΕ ΜΟΥ ΠΕΡΗΛΙΕ ΜΟΥ

Ήλιε μου περήλιε μου και κοσμογυριστέ μου
Μην είδες μην απάντησες τις όμορφες κοπέλες;

Εχτές τις είδα στο χορό, σήμερα στο παζάρι
Κι η καπετάνια η όμορφη αράζει σε καράβι.

Εκατό δίνει του καραβιού κι εξήντα του πελάγου
Και άλλα εκατό τσου ναύτονες να βγει με την τιμή της.

Ο ναύτορας εθάρεψε, στον κόρφο της απλώνει
Και αυτή από το φόβο της και από την εντροπή της,
Κουπί έβγαλε στη θάλασσα κι επνίγη μοναχή της.

Τα κύματα την δέρνανε τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
Την τέταρτη την ρίξανε στης Αλεξάντρειες βρύσες.

Πάνε οι Αλεξάντρες για νερό, να πιούν και να γιομίσουν,
Αφήνουνε το γιόμισμα, πιάνουν το μυρολόι.

Μάνα κορμί για αγκάλιασμα και μέση για ζωνάρι
Και στόμα δαχτυλιδωτό που μ έβαλε στον άδη.

(όπως το μαρτύρησε η Γεωργία Θ. Μουζακίτη Κιλού, στην εγγονή της Ελένη Θ. Μουζακίτη καποδετσέντε το 1983)
Δανειστική βιβλιοθήκη Αυλιωτών
Στείλτε μας και σεις το δικό σας παραμύθι, τραγούδι, παιγνίδι κλπ.
Βοηθήστε  να διασωθεί το πλούσιο λαογραφικό υλικό του χωριού μας, του τόπου μας.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2018

Αυλιώτες, Λαογραφικά, Το Άγιος ο Θεός


Αυλιώτες, Λαογραφικά, Το Άγιος ο Θεός

-<<Την Μεγάλη Σαρακοστή τραγουδούσανε την άρια “Το Άγιος ο Θεός”, μα στις ελιές, μα στην γειτονιά, αρχινούσε η μία και ακλουθούσανε οι άλλες και όλες μαζί το τελειώνανε και να δεις καλλίφωνες που ήτανε και πως σ άρεσε να τσι ακούς.>>

“Καλό είναι το Άγιος ο Θεός καλό είναι και ας το πούμε,
όπου το λέει σώνεται και όπου το ακούει αγιάζει,
κι όπου καλά το αφροκαστεί παράδεισο θα λάβει,
παράδεισο και σε εκκλησιές και σ άγια μοναστήρια.

Κάτω στα Γεροσόλυμα του Αγιού Κυρίου το τάφο,
που κει δέντρο δεν ήτανε και δέντρο εφανερώθει,
το δέντρο ήταν ο Χριστός και κλώνοι οι Αποστόλοι,
τα φύλλα ήταν οι μάρτυρες κι οι ρίζες οι προφήτες,
που προφητεύαν κι έλεγαν για του Χριστού τα πάθη.

Χριστέ μου πως τα πόμεινες τα θλιβερά μαρτούρια;
Εγώ καλά τα πόμεινα τα θλιβερά μαρτούρια,
τα πόμεινα για τους χριστιανούς και για τους κολασμένους.

Σήμερα σύγνεψε ο ουρανός, σήμερα χάθηκε ο ήλιος,
σήμερα πιάσαν το Χριστό οι άνομοι οβραίοι.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν ληστή τον παίρνουν,
και σαν αρνί στο μακελειό έτσι τον παραδέρνουν.

Σαν το ΄μαθε η Παναγιά έπεσε επί θανάτου,
κράζει τις τρεις γειτόνισσες τις τρεις καλές γυναίκες,
την Μάρθα την Μαγδαληνή του αγιού Λαζάρου η μάνα,
και του Ιακώβου η αδερφή κι οι τέσσερις αντάμα.

Στρατί στρατί επιάσανε στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τις έβγαλε μες τους ληστούς τις πόρτες,
βρίσκουν τις πόρτες κλειδωτές και τα κλειδιά παρμένα
και τα παραθυρόφυλλα σφιχτά αμπαρωμένα.

Κοιτάει δεξιά κοιτάει ζερβά κανένανε δεν βλέπει
και πάλι ματακοίταξε τον άι Γιάννη βλέπει.
Άι Γιάννη πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου,
πες μου που είναι ο γιόκας μου και σε ο δάσκαλός σου;

Βλέπεις εκείνο το γυμνό στο ξύλο σταυρωμένο,
όπου κρατάει πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Εκείνος είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλός μου.

Που είναι γκρεμός να γκρεμιστώ και που λιθός να πέσω;
και που μαχαίρι να σφαγώ να αδικοθανετέψω;

Μην γκρεμιστείς μητέρα μου, γκρεμίζονται οι μανάδες;
και μη σφαγείς μητέρα μου σφάζονται οι αδερφάδες;
Μάνα το Μέγα Σάββατο, μάνα τις πέντε ώρες,
που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες,
τότες και συ μητέρα μου θάχεις χαρές μεγάλες.”

(όπως το διηγήθηκε η Ευτέρπη του Φόντα, στην κόρη της Ελένη)

Επικοινωνία:avlioteslib@gmail.com

Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Αυλιώτες, Λαογραφικά, του Αι Γιαννιού



Αυλιώτες, Λαογραφικά, Τ Άι Γιαννιού
Την παραμονή του Άη Γιαννιού τα κάνουν τα μαγικά αυτά στους Αυλιώτες.
α) Το βράδυ κάτω από το μαξιλάρι της η κοπέλα βάζει 3 κουκιά, ένα κανονικό, ένα μισοξεφλουδισμένο κι ένα ξεφλουδισμένο τελείως.
Και λέει:
Άι Γιάννη λαμπατάρη, που έχεις του θεού τη χάρη και της νύφης το καμάρι, το άγιο ευαγγέλιο και της εκκλησιάς το μέλιο. Δείξε μου φανέρωσέ μου, όποιος νέος θα με πάρει, να το ιδώ στον ύπνο μου, απόψε στο όνειρό μου, και αύριο το πρωί μες στο προσκέφαλό μου ”.
Το πρωί όταν ξυπνήσει, με κλειστά τα μάτια, βάζει το χέρι της κάτω από το μαξιλάρι και όποιο κουκί πάρει ο άντρας της θα είναι: Αν είναι το κουκί το ολόκληρο θα είναι πλούσιος, αν είναι το μισοξεφλουδισμένο θα είναι μέτριος, αν είναι το ξεφλουδισμένο θα είναι φτωχός.
β) Την ημέρα του Άι Γιαννιού πας στην κολοκυθιά και κόβεις τρία λουλούδια και τα φυτεύεις πιο πέρα, και στο καθένα βάζεις από ένα όνομα και ξέρεις ποιος είναι ο καθένας, και το βράδυ πας και κοιτάς και όποιο έχεις μείνει όρθιο αυτόν θα πάρεις.
γ) Πιάνεις τρία τζιτζίκια και τα βάζεις σε ένα κουτάκι, την ημέρα τ Άι Γιαννιού τα βγάζεις έξω και όποιο πάει εκεί που θες αυτόν θα πάρεις.
δ) Όταν κτυπήσει η καμπάνα του εσπερινού κρεμιέσαι από την συκιά και περιμένεις. Το πρώτο όνομα που θα ακούσεις έτσι θα λένε το αγόρι που θα πάρεις.

(όπως το διηγήθηκε η Γιωργούλα του Φόντα, κατάκοιτη και τυφλή, στην εγγονή της Ελένη το 1985)


Επικοινωνία:avlioteslib@gmail.com

Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ

Παρασκευή 11 Μαΐου 2018

Αυλιώτες, Παλιά Παιγνίδια, Η Μόρα


Παραδοσιακά παιγνίδια των Αυλιωτών:

Η Μόρα

Η Μόρα είναι ένα σχετικά απλό παιγνίδι που παιζόταν κυρίως από μεγάλους, είχε έντονη δυναμική και στηριζόταν κυρίως στην ψυχολογία του αντιπάλου.
Οι δύο αντίπαλοι παίκτες στέκονταν αντικριστά, κυρίως όρθιοι (αφού και καθιστοί αν ξεκινούσαν, ορθοί θα κατέληγαν, λόγω της έντασης του παιγνιδιού), και με προτεταμένο το δεξί χέρι και το αριστερό μαζεμένο, άνοιγαν συγχρόνως από ένα έως πέντε δάκτυλα ο καθένας, φωνάζοντας ταυτόχρονα έναν αριθμό που υπολόγιζαν ότι θα σχηματίσει το άθροισμα των ανοικτών δακτύλων των δύο παικτών.
Όποιος κέρδιζε, λογάριαζε με τα δάκτυλα του αριστερού χεριού τον κερδισμένο πόντο. Αυτός που θα συμπλήρωνε όλα τα δάκτυλα του αριστερού χεριού, δηλαδή 5 πόντους, ήταν και ο νικητής της παρτίδας. Την νίκη του δήλωνε χτυπώντας παλαμάκι.
Πολλές φορές σχηματίζονταν και ομάδες παικτών, συγκέντρωναν δε και αρκετούς θεατές που με τα λόγια τους επηρέαζαν την ψυχολογία των αγωνιζομένων. Αλλά και οι παίκτες μεταξύ τους κατά τη διάρκεια του παιγνιδιού έλεγαν διάφορα, για να επηρεάσουν τον αντίπαλο. Οι δύο αντίπαλοι κατά την διάρκεια της αναμέτρησης θύμιζαν κοκόρια έτοιμα να μονομαχήσουν.
Όταν έπαιζε Μόρα μια ομάδα παικτών, ο καθένας αντιπροσώπευε τον εαυτό του. Ξεκινούσαν δύο μεταξύ τους και ο νικητής του ενός πόντου συνέχιζε με τον τρίτο παίκτη, ο νικητής με τον τέταρτο έως ότου να παίξουν όλοι, και αυτό συνεχίζονταν μέχρι κάποιος να συμπληρώσει πέντε πόντους οπότε κτυπούσε παλαμάκι και αναδεικνυόταν νικητής αυτού του γύρου.
Τα νούμερα δεν τα φώναζαν στα ελληνικά αλλά στα ιταλικά, όπου είναι και η καταγωγή του παιγνιδιού, εκτός από το δέκα που το έλεγαν “ΟΛΑ”
Τα νούμερα που ακούγονταν, με τη σχετική παραφθορά, ήταν τα εξής:
Το ένα δεν υπήρχε
το δύο – Ντόο
το τρία – Τρέε
το τέσσερα – Κάτρο
το πέντε – Τσίγκουε
το έξι – Σίι
το επτά – Σέετε
το οκτώ – Όοτο
το εννιά – Όομβε
το δέκα – Όλα.

Ο αριθμός που “φώναζε” ο κάθε παίκτης έπρεπε να έχει τη σχετική συνάφεια με τον αριθμό που “έριχνε”, ώστε να μπορεί να σχηματιστεί άθροισμα. Δηλαδή δεν μπορούσε ο παίκτης να φωνάξει “Ντόο” και να ρίξει κάτι άλλο από ένα. Ή αν φωνάξει “Τσίγκουε”, πρέπει να “ρίξει” από ένα έως τέσσερα. Αν φωνάξει “Όλα” πρέπει να “ρίξει” υποχρεωτικά πέντε. Και λοιπά.
Πολλές φορές, όταν συναντιόταν δύο “Μορατζίδες” έπαιζαν μια προκάδα, μια Μόρα δηλαδή του ενός πόντου. Όποιος την κέρδιζε χτυπούσε παλαμάκι και καμάρωνε πειράζοντας συγκαταβατικά τον άλλον…
Γ.Μ.

http://avlioteslibrary.blogspot.gr/
Επικοινωνία: avlioteslib@gmail.com
Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ

Χαρακτηριστικό παράδειγμα Μόρας μιας ομάδας τεσσάρων παικτών, μας δείχνει το παρακάτω βίντεο: 

Τρίτη 8 Μαΐου 2018

ΑΥΛΙΩΤΕΣ, Παλιά παιγνίδια, Μερμιτζιόλα Δεκατζιόλα



ΑΥΛΙΩΤΕΣ, Παλιά παιγνίδια,
Μερμιτζιόλα Δεκατζιόλα

Η Μερμιτζιόλα Δεκατζιόλα ήταν ένα παιγνίδι ως εξής:
Καθόταν πολλά παιδιά στη σειρά και ένας που έστεκε ορθός, είχε ένα ξύλο στο χέρι, περνούσε ένα ένα τα πόδια, σα να τα μετρούσε λέξη λέξη, και έλεγε: 
_ "Μερμιτζιόλα, δεκατζιόλα, ντελαλάμ, ντελαπιάμ, πάμε, φόρο, σκότο, γαλίο, γαλιότο, ντούρε, πάνω, ντούρε, σκότο". 
 Σε όποιο πόδι σταματούσε το “σκότο”, το μάζευε (το πόδι του) το παιδί και συνεχίζανε το ίδιο και το ίδιο, από εκεί που σταματήσανε.
Όποιος τύχαινε να μαζέψει και τα δύο πόδια, έβγαινε έξω από τη σειρά όρθιος.
Αυτός που διεύθυνε το παιγνίδι και κρατούσε τη βέργα, ο αρχηγός δηλαδή, ρωτούσε το κάθε παιδί μυστικά: “τι θέλεις να είσαι;” και αυτό απαντούσε, άλλος σοκολάτα, άλλος κούκλα, άλλος ότι ήθελε ο καθένας, γάτος, άλογο, σίδερο κλπ. Και αυτός τα έγραφε σ΄ένα χαρτί.
Μετά (ο αρχηγός) έλεγε στο παιδί που είχε βγει από το παιγνίδι:
_"Ήρθε η μάνα σου κουτσέ μου".
Το παιδί απαντούσε:
_"Και τι καλά μας έφερε;"
_ “Χαρτί και καλαμάρι”
_ “Και τι γράφει μέσα;”
Και ο αρχηγός διάβαζε αυτά που είχε γράψει.
Το παιδί που είχε χάσει διάλεγε ένα από αυτά, πχ γάτος και το παιδί που ήταν καθισμένο και είχε πει “γάτος” σηκωνόταν για να το βάλει ο όρθιος στην πλάτη, καβαλικούτσι όπως λεγόταν και να το κάμει τρεις βόλτες γύρω γύρω από όλους.
Μετά συνέχιζαν πάλι από την αρχή, αυτού και ντέι όπως έλεγαν, μέχρι να βαρεθούν και να αρχίσουν άλλο παιγνίδι.
(Σκότο = σήκωσε το)

(όπως το διηγήθηκε η Ευτέρπη Μουζακίτη στην κόρη της Ελένη)
Επικοινωνία: avlioteslib@gmail.com
Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Αυλιώτες- Λαϊκά Παραμύθια- Ο αντρειωμένος



ΑΥΛΙΩΤΕΣ - ΛΑΪΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Ο ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟΣ”

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε τέσσερα αδέρφια, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Γονείς δεν είχανε. Ο πρώτος αδερφός ήταν ο αντρειωμένος κι ο μικρότερος ήτανε ο κουτσός.
Την αδελφή την είχανε και μαγείρευε κι έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Της λέει ο αντρειωμένος: “Αύριο θα πάμε στο λιβάδι να δουλέψουμε, να μας φέρεις φαΐ”.
Ή κοπέλα λέει: “ Εγώ δεν ξέρω το δρόμο, πως θα ΄ρθω;”
Της λέει ο κουτσός: “Θα πάρω ένα σακί με άχυρο και θα ρίξω στο δρόμο, μόλις σταματήσει το άχυρο θα μας βρεις”.
Από το δρόμο που θα περνούσε η κοπέλα ήταν κοντά και του δράκοντα το σπίτι. Μόλις είδε ο δράκοντας το άχυρο κατάλαβε τι έγινε, το μάζεψε ξανά και το έριξε ώστε να πηγαίνει προς το σπίτι του.
Έτσι η κοπέλα ακολουθώντας το άχυρο αντίς να πάει στα αδέλφια της, πήγε στου δράκοντα το σπίτι. Τη βλέπει ο δράκοντας, τη παίρνει στο σπίτι του και την κλειδώνει μέσα.
Άσε με να φύγω, τι με περιμένουν τα αδέλφια μου” Φώναζε η κοπέλα. Όμως δεν την άφηνε.
Τα αδέλφια της ανησύχησαν που δεν ερχόταν η κοπέλα και κίνησαν τα δύο για να την βρουν. Είδαν το άχυρο που έστριβε για του δράκοντα το σπίτι και πήγαν εκεί.
Στον κήπο υπήρχε μια μανταρινιά. Λέει ο δράκοντας της κοπέλας:
Αν τρώει μανταρίνια ένα ένα και ανεβαίνει τα σκαλιά ένα ένα, θα του ανοίξεις για να μπει μέσα. 
Πάει λοιπόν ο πρώτος, τρώει τα μανταρίνια ένα ένα, ανεβαίνει τα σκαλιά ένα ένα, κτυπάει την πόρτα και του ανοίγει η κοπέλα.
Μόλις μπήκε μέσα τον τρώει ο δράκοντας μια χαψιά.
Μετά πάει ο κουτσός. Τρώει τον κουτσό και το παλουκίτσι.
Αφού είδε ο αντρειωμένος που δεν γύριζε κανένας, παράγγειλε στο φούρναρη μια φουρνιά ψωμί κι ένα καζάνι φαΐ και στο σιδερά ένα μεγάλο σίδερο. Αφού έφαγε όλο το ψωμί και το φαΐ, πήρε το σίδερο και πήγε στου δράκοντα το σπίτι.
Μόλις είδε την μανταρινιά έτρωγε τα μανταρίνια πέντε πέντε. Και ανέβαινε τα σκαλιά πέντε πέντε. Χτυπά την πόρτα και δεν του ανοίγει, δίνει μια με το σίδερο, σπάει την πόρτα και βλέπει μπροστά του τον δράκοντα.
Του λέει: “Πού έχεις τα αδέρφια μου;”
Και ο δράκοντας του λέει: “Τα έφαγα”.
Του λέει ο αντρειωμένος: “Γύρε την πλάτη σου”, του δίνει μια με το σίδερο και βγαίνει ο ένας αδερφός, δίνει άλλη μια με το σίδερο βγαίνει ο κουτσός και φωνάζει: “και το παλουκίτσι μου και το παλουκίτσι μου!!!”, άλλη μια σιδεριά, εδώ το παλουκίτσι.
Τον ρωτά: “Που έχεις την αδερφή μου;”
Την έχω κλειδωμένη στο δωμάτιο”
Βγαίνει η αδερφή έξω και φιλήθηκαν. Τον πήραν και τον ρίξανε σε ένα πηγάδι που δεν είχε νερό. Το σκεπάσανε και χορεύανε και τραγουδούσαν.
Έτσι γλύτωσε ο τόπος από τον δράκοντα και...
Ζήσανε αυτοί καλά και εμείς ακόμα πιο καλύτερα. -


( Όπως το διηγήθηκε η Ευτέρπη Μουζακίτη στην κόρη της Ελένη)
http://avlioteslibrary.blogspot.gr/ 
Επικοινωνία: avlioteslib@gmail.com
Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ

Σάββατο 5 Μαΐου 2018

Αυλιώτες - Λαϊκά Παραμύθια -Το κουτσοκοτί


 ΛΑΪΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
    Ξεκινάμε από σήμερα να δημοσιεύουμαι διάφορα παραμύθια που διηγήθηκαν οι γιαγιάδες, παπούδες και άλλοι στους νεότερους, και κατά ομολογία τους, αποτελλούν προφορική παράδοση του τόπου μας.
    Προσκαλούμαι λοιπόν όποιον θέλει να βοηθήσει σε αυτή την προσπάθεια, και να μας στείλει το παραμύθι ή όποια άλλη διήγηση αφορά στο χωριό μας ή στην Κέρκυρα στο μέιλ: avlioteslib@gmail.com
  Το πρώτο παραμύθι που θα παρουσιάσουμε είναι το γνωστό σε όλους τους παλαιότερους "Το κουτσοκοτί", όπως το κατέγραψε η Ελένη Μουζακίτη από την μητέρα της Ευτέρπη.





Λαϊκά Παραμύθια, Αυλιώτες Κέρκυρα
ΤΟ ΚΟΥΤΣΟΚΟΤΙ
Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας γέρος και μια γριά που δεν είχανε παιδιά. Είχανε μόνο ένα γάτο και μια κότα που είτανε κουτσή. Και τηνε λέγανε κουτσοκοτί.
Ο γέρος ήτανε πολύ παράξενος και τσακωνότανε συνέχεια με τη γριά του, τόσο πολύ, που μια μέρα αποφασίσανε να χωρίσουνε. Έτσι και έγινε, χωρίσανε. Η γριά πήρε το κουτσοκοτί και ο γέρος το γάτο.
Η γριά βρήκε ένα καλύβι για να μένει κοντά στο παλάτι του Βασιλιά.
Κάθε μέρα το κουτσοκοτί έμπαινε από ένα παράθυρο στο παλάτι του βασιλιά, για να βρεί κάτι να φάει, έτσι κάθε μέρα έτρωγε μία χρυσή λίρα και το βράδυ που γύριζε στο καλύβι γεννούσε ένα χρυσό αυγό.
Όταν γέννησε 10 χρυσά αυγά, η γριά τα πήρε στην αγορά να τα πουλήσει.
Με αυτά πήρε πολλά όβολα και αγόρασε ένα ωραίο σπίτι για να μένει με το κουτσοκοτί και περνούσε καλά.
Ο γέρος τηνε ζήλεψε και τη ρωτά που βρήκε τα λεφτά για να περνάει τόσο καλά.
-Πάει το κουτσοκοτί στο παλάτι, του είπε, και όταν έρχετε μου κάνει χρυσά αυγά.
- Α! Καλά, θα στείλω κι εγώ το γάτο μου να δω τι θα μου φέρει. Είπε ο γέρος.
Έτσι κι έγινε, την άλλη μέρα στέλνει το γάτο του, στο παλάτι του Βασιλιά. Αλλά ο γάτος πάει έξω και τρώει ποντίκους, καρλάκους, φίδια και γουστέρους και το βράδυ γυρίζει στο καλύβι του γερόντου.
Ο γέρος κλείνει τη πόρτα και λέει του γάτου:
 -Καλώς ήρθες γάτε μου, τι καλά μου έφερες;
Κι αρχίζει ο γάτος να βγάζει φίδια, ποντίκους, καρλάκους, γουστέρους.
Τρόμαξε ο γέρος κι άρχισε να φωνάζει: - Φύγε βρωμόγατε, να μη σε ξαναδώ.
Έτσι πήγε ξανά στη γριά του, και λέει να τον συγχωρέσει που την έβριζε.
Αυτή που ήτανε καλόψυχη τόνε συγχώρεσε, και ζήσανε με το κουτσοκοτί, που κάθε τόσο γεννούσε ένα χρυσό αυγό.
Και ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

(Το διηγήθηκε η Ευτέρπη του Φόντα, για την αντιγραφή: Ε.Μ.)
http://avlioteslibrary.blogspot.gr/
Επικοινωνία: avlioteslib@gmail.com
Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΥΛΙΩΤΩΝ