Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Αυλιώτες Λαϊκά παραμύθια, Ο έξυπνος και ο κουτός με πόρτα και χειρόμυλο


Ο έξυπνος και ο κουτός με πόρτα και χειρόμυλο

Μια φορά και ένα καιρό ζούσαν σε ένα χωριό λίγο ψηλότερα από την θάλασσα και κοντά στους Αυλιώτες ένας που έκανε τον έξυπνο και ο φίλος του, λίγο ευτραφής αλλά πολύ αργόστροφος.
Μια μέρα αποφάσισαν να πάνε στο διπλανό χωριό, να κλέψουν το σιτάρι από την αποθήκη του άρχοντα.
Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν και αφού έφτασαν στην αποθήκη, πήραν όσο σιτάρι μπορούσαν.
Όμως τους πήραν χαμπάρι οι σκύλοι που άρχισαν να τους αλυχτούν. Τότε λέει ο έξυπνος στον κουτό: Εσύ φύγε από την πίσω πόρτα, εγώ πηδάω από το παράθυρο.
Ο κουτός δεν κατάλαβε, βγάζει την πόρτα και την παίρνει, παίρνει και τον χειρόμυλο, τα φορτώνεται και όπου φύγει φύγει.
Ο έξυπνος πήρε το σακί του με το στάρι και έτρεχε κι αυτός.
Συναντήθηκαν μακρυά σε ένα θεόρατο δέντρο, μια βελανιδιά. Πιο πέρα είχε μια πηγή με γάργαρο νερό. Εκεί έκατσαν να ξαποστάσουν, αλλά όταν είδε τι κουβαλούσε ο φίλος του, έσκασε στα γέλια.
Όταν συνήλθαν ακούνε ποδοβολητό μακρυά. Έρχονταν πειρατές από τα παράλια. Ήταν αλιτζερίνοι, επικίνδυνοι ληστές που σκότωναν, έκλεβαν και έκαιγαν τα σπίτια απ΄ όπου περνούσαν.
Τώρα τι κάνουμε, λένε. Και τρομοκρατημένοι ανέβηκαν γρήγορα με όλη την πραμάτεια τους στο θεόρατο δέντρο και κρύφτηκαν ψηλά στα φυλλώματα.
Για κακή τους τύχη οι πειρατές ξεπέζεψαν στο δέντρο για να πιούνε στην πηγή και να ξαποστάσουν αυτοί και τα ζώα τους.
Πάνω στο δέντρο ψιθυρίζει ο έξυπνος στον κουτό: Τώρα την πάθαμε, θα μας σφάξουν, κάνε μόκο, ησυχία. Και έβλεπαν τις σπάθες που στραφτάλιζαν στα χόρτα.
Αφού πέρασε πολύ ώρα, ο κουτός άρχισε να έχει μεγάλη ανάγκη να κατουρήσει. Το λέει στον έξυπνο. Του λέει: κρατήσου. Αυτός δεν κατάλαβε, κρατήθηκε γερά από ένα κλαδί κι άρχισε να κατουράει. 
Από κάτω οι ληστές: Δρόσο! Δρόσο! ρίχνει ο Θεός, ας το ευχαριστηθούμε.
Δεν πέρασε λίγη ώρα κι ο κουτός ήθελε να κάνει την ανάγκη του, το λέει στον έξυπνο κι αυτός του λέει ξανά: Κρατήσου. Αυτός δεν κατάλαβε πάλι, κρατήθηκε γερά από ένα κλαδί κι άρχισε να κάνει την ανάγκη του. 
Από κάτω οι ληστές: Πω πω!!! Μεγάλος πούλος πέρασε, μεγάλον κότσιλα αμόλαρε! Και συνέχισαν να κάθονται στον ίσκιο του δέντρου.
Αργότερα ο κουτός ψιθυρίζει στον έξυπνο: Δεν μπορώ άλλο να κρατάω την πόρτα και τον χειρόμυλο, κουράστηκα. Αυτός του λέει: Υπομονή θα μας πάρουν χαμπάρι και θα μας σφάξουν, κρατήσου γερά. Δεν κατάλαβε ο κουτός, κρατήθηκε ξερά και με τα δύο του χέρια από το κλαδί αφήνοντας την πόρτα και τον χειρόμυλο που άρχισαν να κατρακυλούν, κάνοντας τρομερό θόρυβο, από κλαδί σε κλαδί.
Από κάτω οι ληστές ξαφνιάστηκαν από τον θόρυβο, φοβήθηκαν πως τους καταράστηκε ο Θεός για τις αμαρτίες τους και τους ρίχνει κεραυνούς να τους κάψει. Πήραν δρόμο όπου φύγει φύγει, αφήνοντας πίσω τους διάφορα καλούδια και πουγκιά με χρυσάφι.
Έτσι ο κουτός και ο έξυπνος αφού ξεθάρρεψαν που τους είδαν πέρα μακρυά, κατέβηκαν από το δέντρο, μάζεψαν αυτά που άφησαν πίσω τους οι πειρατές, γύρισαν στο χωριό τους και ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Όπως μας το διηγήθηκε ο ιερέας Σπ Ν Μουζακίτης

Περιμένουμε το δικό σας παραμύθι, ιστορία, τραγούδι ή ότι άλλο έχει λαογραφική αξία, όσο μικρό ή μεγάλο είναι. Βοηθήστε κι εσείς για την διάσωση όλων αυτών, που μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
Επικοινωνία: avlioteslib@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου